Υπάρχει μια παγίδα όταν αγοράζεις μια παλιά μοτοσυκλέτα.
Ειδικά όταν αυτή η μοτοσυκλέτα είναι καλή ίσως πολύ καλή ακόμα και σήμερα!!!
Τη βλέπεις, τη χαζεύεις, τη βάζεις μπροστά, ακούς τον κινητήρα της, κοιτάς τα χιλιόμετρα και αρχίζεις να σκέφτεσαι ότι ίσως έχεις κάνει την αγορά της ζωής σου. Ένα μηχανάκι που κάποτε κόστιζε πολλά, που κάποτε ήταν όνειρο για πολλούς, τώρα βρίσκεται μπροστά σου σε τιμή που μοιάζει λογική. Και κάπως έτσι αρχίζει η ψευδαίσθηση.
Ότι επειδή απέκτησες ένα πολύ καλό μηχανάκι, απέκτησες και ένα μηχανάκι που είναι ακόμα όπως ήταν όταν βγήκε από το εργοστάσιο.
Δεν είναι έτσι.
Η Στρουμπουλή μου, η BMW R850GS του 2000, είναι μια μοτοσυκλέτα που κουβαλάει πολλά. Κουβαλάει ιστορίες, κουβαλάει γνώση, κουβαλάει πόνο, ιδρώτα, χαμόγελα, γέλια, λύπη, αλλά πάνω απ’ όλα κουβαλάει εμπειρίες. Και μαζί με όλα αυτά κουβαλάει και κάτι ακόμα, είκοσι πέντε χρόνια ζωής.
Είκοσι πέντε χρόνια δεν είναι λίγα.
Δεν είναι μόνο τα χιλιόμετρα που γράφει το κοντέρ. Είναι τα χρόνια που πέρασαν από πάνω της. Είναι οι χειμώνες, οι ζέστες, οι υγρασίες, οι κραδασμοί, οι πτώσεις, τα πλυσίματα, οι μπαταρίες που άλλαξαν, τα σέρβις που έγιναν, τα σέρβις που δεν έγιναν, οι βίδες που λύθηκαν, οι βίδες που σφίχτηκαν παραπάνω από όσο έπρεπε, οι φυσές που ανοίχτηκαν, τα καλώδια που κουνήθηκαν, οι πατέντες που έγιναν για να «βγει η δουλειά».
Και, κυρίως, είναι τα ανθρώπινα χέρια που πέρασαν από πάνω της.
Μηχανικοί.
Καλοί μηχανικοί.
Μέτριοι μηχανικοί.
Άνθρωποι που ήξεραν τι έκαναν.
Άνθρωποι που νόμιζαν ότι ήξεραν τι έκαναν.
Και, φυσικά, ιδιοκτήτες. Σαν κι εμένα.
Γιατί πολλές φορές, μέσα σε όλη αυτή τη διαδρομή, δεν φταίει μόνο ο επαγγελματίας. Φταίει και ο ιδιοκτήτης που βιάζεται, που δεν θέλει να πληρώσει, που θεωρεί ότι «έλα μωρέ, δεν είναι τίποτα», που έχει διαβάσει τρία πράγματα στο ίντερνετ και νιώθει έτοιμος να δώσει οδηγίες στον άνθρωπο που έχει το μηχανάκι μπροστά του.
Στη σημερινή εποχή, η πληροφορία είναι παντού. Αυτό είναι ευλογία, αλλά είναι και κατάρα.
Μπορείς μέσα σε δέκα λεπτά να βρεις manual, forum, βίντεο, οδηγίες, διαγράμματα, απόψεις, εμπειρίες, πατέντες και διαφωνίες για οτιδήποτε. Μπορείς να διαβάσεις για συγχρονισμό σωμάτων, για TPS, για βαλβίδες, για παραλέβερ, για ρουλεμάν, για πιέσεις καυσίμου, για πολλαπλασιαστές, για τα πάντα.
Και κάπου εκεί αρχίζει το πρόβλημα.
Γιατί η πληροφορία δεν σε κάνει αυτόματα γνώστη.
Η εμπειρία των άλλων δεν γίνεται αυτόματα δική σου εμπειρία.
Και το ότι κατάλαβες τη θεωρία δεν σημαίνει ότι μπορείς να διαγνώσεις σωστά την πραγματικότητα.
Ανάλογα και με τον χαρακτήρα του καθενός μας, δεν αργούμε να γίνουμε πολύξεροι, αυθάδεις, ημιμαθείς, γνώστες των πάντων, με άποψη για όλα, με υποψίες για όλα, με βεβαιότητες για πράγματα που στην πραγματικότητα δεν έχουμε ελέγξει.
Και το λέω πρώτα για μένα.
Η πρόσφατη περιπέτεια της Στρουμπουλής ξεκίνησε σαν ένα μεγάλο σέρβις. Ρύθμιση βαλβίδων, καθαρισμός και συγχρονισμός σωμάτων, γενικός έλεγχος. Πράγματα που σε μια παλιά BMW boxer έχουν σημασία, πράγματα που όταν γίνουν σωστά, αλλάζουν τη συμπεριφορά της μοτοσυκλέτας.
Μαζί με αυτά ανακαλύφθηκε και κάτι άλλο, τα ρουλεμάν του παραλέβερ, ειδικά τα πίσω είχαν κολλήσει. Με την ευκαιρία αλλάχτηκαν και τα μπροστά, όπως και δύο τσιμούχες.
Αυτό από μόνο του είναι ένα μάθημα.
Τα πίσω ρουλεμάν του παραλέβερ είναι βελονοειδή. Δεν είναι ένα εξάρτημα που απλώς το ξεχνάς για πάντα επειδή «δεν κάνει θόρυβο», θέλουν έλεγχο θέλουν καθαρισμό, θέλουν γράσο, θέλουν προσοχή, και όμως σε πολλές μοτοσυκλέτες τέτοια πράγματα δεν γίνονται ποτέ.
Γιατί;
Ίσως επειδή ο ιδιοκτήτης δεν θέλει να πληρώσει μια εργασία που δεν φαίνεται, είναι μια εργασία κρυμμένη, χρονοβόρα, βρώμικη. Δεν είναι κάτι που θα το συζητήσει ο άλλος στο καφέ εκτός από το δυσανάλογο κόστος που έχει.
Ίσως πάλι επειδή και ο μηχανικός δεν θέλει πάντα να μπλέξει. Γιατί ξέρει ότι θα χάσει χρόνο, θα λύσει πράγματα που μπορεί να είναι κολλημένα, θα ρισκάρει να βρει κι άλλα προβλήματα, και στο τέλος ο πελάτης μπορεί να του πει: «μα τόσα λεφτά για δύο ρουλεμανάκια;»
Έτσι, πολλά πράγματα στις παλιές μοτοσυκλέτες δεν συντηρούνται. Απλώς λειτουργούν. Μέχρι να πάψουν να λειτουργούν σωστά.
Μετά το σέρβις, όμως, εμφανίστηκε ένα άλλο πρόβλημα. Η μοτοσυκλέτα δεν δούλευε καλά στα πολύ μικρά ανοίγματα του γκαζιού ειιδικά από στάση αν άνοιγες το γκάζι αργά δούλευε άσχημα, σαν να μπερδευόταν, σαν να μην ήξερε τι της ζητούσες.
Εκεί αρχίζουν οι σκέψεις.
Μήπως ο συγχρονισμός;
Μήπως οι βαλβίδες;
Μήπως ο πολλαπλασιαστής;
Μήπως η αντλία;
Μήπως το TPS;
Μήπως η πίεση καυσίμου;
Μήπως κάτι που πειράχτηκε;
Μήπως κάτι που δεν πειράχτηκε;
Μα δεν το έκανε πρίν.
Και φυσικά, αρχίζει και ο ιδιοκτήτης να συμμετέχει. Με τις γνώσεις του, τις μισές γνώσεις του, τις υποψίες του, το άγχος του και την αγάπη του για τη μηχανή του.
Εγώ δεν αποτέλεσα εξαίρεση.
Προσπαθούσα κι εγώ να δώσω λύση, να σκεφτώ, να υποθέσω, να καταλάβω, να ενώσω τα κομμάτια. Μόνο που άλλο πράγμα είναι να διαβάζεις και άλλο πράγμα είναι να έχεις την εμπειρία, τις γνώσεις και μηχανή μπροστά σου, να τη λύνεις, να τη μετράς και να βρίσκεις τελικά την αλήθεια.
Και η αλήθεια βρέθηκε σε ένα σημείο που, αν το δεις ψύχραιμα, λέει όλη την ιστορία της συμβίωσης με μια παλιά μοτοσυκλέτα.
Στη φύσα του TPS.
Τα καλώδια ήταν κομμένα. Ή για να το πω καλύτερα ήταν πληγωμένα από παλιά. Κάποιος στο παρελθόν, πιθανότατα προσπαθώντας να μετρήσει ή να ρυθμίσει το TPS, αντί να χρησιμοποιήσει την κατάλληλη μέθοδο, αντί να σεβαστεί την καλωδίωση, απλώς έκοψε ή άνοιξε τα καλώδια για να πάρει ρεύμα από εκεί.
Μια μικρή πατέντα.
Ένα «έλα μωρέ».
Μια επέμβαση που κάποτε ίσως δούλεψε.
Μια βλάβη που περίμενε υπομονετικά να εμφανιστεί.
Και όταν στο σέρβις η φύσα αφαιρέθηκε, κουνήθηκε, ξαναμπήκε, το παλιό τραύμα έγινε πραγματικό πρόβλημα. Τα καλώδια είτε κόπηκαν τελείως είτε δεν έκαναν πλέον καλή επαφή.
Το αποτέλεσμα ήταν η μοτοσυκλέτα να δίνει λάθος πληροφορία στον εγκέφαλο για τη θέση του γκαζιού και στο πολύ μικρό άνοιγμα εκεί που η ακρίβεια έχει σημασία, η Στρουμπουλή μπερδευόταν.
Δεν ήταν κάποιο μυστηριώδες γήρας του boxer.
Ήταν ένα κομμένο καλώδιο.
Μια παλιά κακοτεχνία.
Ευτυχώς, ο Σπύρος, ο μηχανικός, το βρήκε. Και όχι μόνο το βρήκε, αλλά ανέχτηκε και τις δικές μου εξυπνάδες, την ανησυχία μου, την ημιμάθεια μου και την προσπάθεια μου να βοηθήσω σε κάτι που τελικά έπρεπε να διαγνωστεί με ψυχραιμία, εμπειρία, γνώσεις και τα χέρια πάνω στη μοτοσυκλέτα.
Και αυτό πρέπει να του το αναγνωρίσω.
Γιατί ο καλός μηχανικός δεν είναι μόνο αυτός που αλλάζει σωστά ένα ανταλλακτικό. Είναι και αυτός που δεν σταματάει στην εύκολη απάντηση, που ψάχνει, που βλέπει πίσω από το σύμπτωμα, που καταλαβαίνει ότι μια παλιά μοτοσυκλέτα δεν είναι απλώς ένα σύνολο από εξαρτήματα, αλλά ένα σύνολο από παρεμβάσεις, ιστορικό, συνήθειες, λάθη και μισοτελειωμένες δουλειές προηγούμενων χρόνων.