1.100 χιλιόμετρα αργότερα
Όταν έφτασα σπίτι, έριξα μια τελευταία ματιά στο Bullet.
Σχεδόν 1.100 χιλιόμετρα μέσα σε δύο ημέρες.
Εθνική.
Βουνά.
Στροφές.
Ζέστη.
Βροχή.
Χωματόδρομος.
Ανηφόρες στις οποίες του ζήτησα πράγματα που ξεπερνούσαν λίγο τη φύση του.
Και δεν έκανε κιχ.
Η μεγαλύτερη κατανάλωση που μέτρησα, στην Εθνική με δυνατό κόντρα αέρα, ήταν περίπου 4,1 λίτρα/100 km.
Σε ένα άλλο κομμάτι, από Μουζάκι μέσω Τυμπάνου και Αργιθέας προς Άρτα και μετά μέχρι Αμφιλοχία, είδα ακόμη και το εξωπραγματικό 1,8.
Το ρεζερβουάρ των 13,5 λίτρων σήμαινε ότι ουσιαστικά δεν ασχολήθηκα ποτέ με την αυτονομία του.
Οι στάσεις μας για καύσιμο γίνονταν περισσότερο με βάση τη Vespa.
Και μιας και μιλάμε για τη Vespa…
Τι να πω;
Με εξέπληξε.
Ο Θανάσης είδε μέχρι και 135 km/h. Επιταχύνει πολύ καλά, στρίβει καταπληκτικά, είναι άνετη και έχει σαφώς περισσότερη δύναμη από το Bullet.
Το μικρότερο ρεζερβουάρ περιορίζει λίγο την αυτονομία της, αν και η χαμηλή κατανάλωση το αντισταθμίζει αρκετά.
Σε πολλές περιπτώσεις οι καταναλώσεις των δύο ήταν εντυπωσιακά κοντά.
Δεν περίμενα να το πω, αλλά η Vespa αποδείχθηκε εξαιρετικό ταξιδιωτικό εργαλείο.
Αλλά η ιστορία αυτή, για μένα τουλάχιστον, δεν ήταν πραγματικά μια δοκιμή δύο μοτοσυκλετών.
Ποια είναι τελικά η κατάλληλη μοτοσυκλέτα;
Κατά τη διάρκεια αυτών των δύο ημερών πέρασε πολλές φορές από το μυαλό μου η ίδια σκέψη.
Μήπως χρειάζομαι άλλη μοτοσυκλέτα;
Κάτι δυνατότερο.
Κάτι που να ταξιδεύει στην Εθνική με 130–140 χωρίς να σκέφτεται την ανηφόρα.
Κάτι καλύτερο στο χώμα.
Κάτι πιο άνετο.
Πιο γρήγορο.
Πιο σύγχρονο.
Πιο «ταξιδιάρικο».
Μόνο που αυτή είναι μια ιστορία χωρίς τέλος.
Πάντα θα υπάρχει μια καλύτερη μοτοσυκλέτα.
Ή, για να το πω σωστότερα, πάντα θα υπάρχει μια μοτοσυκλέτα που κάνει κάτι καλύτερα από τη δική σου.
Και αν αρχίσεις να κυνηγάς συνεχώς το «καλύτερο», υπάρχει κίνδυνος να ξεχάσεις γιατί ήθελες τη μοτοσυκλέτα εξαρχής.
Ναι.
Με είκοσι άλογα θα ήθελα άλλα δέκα.
Αν είχα τριάντα, πιθανότατα θα ήθελα σαράντα.
Και μετά πενήντα.
Και κάπως έτσι δεν τελειώνει ποτέ.
Το Bullet όμως έχει κάτι που δύσκολα μπαίνει σε πίνακα τεχνικών χαρακτηριστικών.
Έχει ρυθμό.
Αυτό το μικρό μονοκύλινδρο μοτέρ χτυπάει από κάτω σου και, όταν σταματήσεις να του ζητάς να γίνει κάτι που δεν είναι, αρχίζεις να συντονίζεσαι μαζί του.
Οι πιστονιές του.
Ο δρόμος.
Η ταχύτητα.
Η αναπνοή σου.
Κάπως όλα αρχίζουν να δουλεύουν στον ίδιο ρυθμό.
Και επειδή δεν πηγαίνεις τόσο γρήγορα, αρχίζεις να βλέπεις.
Το βουνό.
Το γεφύρι.
Ένα παλιό μαγαζί.
Μια βρύση στην άκρη του δρόμου.
Έναν χωματόδρομο που δεν ξέρεις ακριβώς πού βγάζει.
Το φως λίγο πριν δύσει ο ήλιος.
Και θυμάσαι ότι ίσως αυτός ήταν εξαρχής ο λόγος που καβάλησες μια μοτοσυκλέτα.
Η μοναξιά του ταξιδευτή
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Η μοτοσυκλέτα είναι μοναχικό πράγμα.
Ακόμη και όταν ταξιδεύεις μαζί με κάποιον, μέσα στο κράνος είσαι μόνος.
Δεν μιλάς.
Οδηγείς.
Ακούς τον αέρα, το μοτέρ και κυρίως τις σκέψεις σου.
Και όταν ταξιδεύεις πραγματικά μόνος, αυτή η μοναξιά γίνεται ακόμη πιο έντονη.
Είσαι εσύ.
Ο δρόμος.
Ο καιρός.
Η ζέστη, η βροχή, το κρύο, η ομίχλη.
Και όλα εκείνα που κουβαλάς μέσα στο κεφάλι σου.
Δεν μπορείς να κρυφτείς εύκολα από τον εαυτό σου πάνω σε μια μοτοσυκλέτα.
Σε φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πράγματα που μου είχαν λείψει περισσότερο.
Για χρόνια ταξίδευα έτσι.
Πολλές φορές μόνος.
Χειμώνα, καλοκαίρι, άνοιξη, φθινόπωρο.
Έχω φάει βροχές.
Χαλάζια.
Ομίχλες.
Έχω βρεθεί σε χιονισμένες βουνοκορφές και έχω συνεχίσει προσεκτικά.
Σταματούσα για μια φωτογραφία χωρίς κανέναν ιδιαίτερο λόγο.
Γύριζα σπίτι και κουβαλούσα μαζί μου όλες αυτές τις εικόνες.
Μετά έφτιαχνα ένα μικρό βίντεο.
Φωτογραφίες, μερικά πλάνα, μουσική.
Όχι επειδή είμαι video creator.
Δεν είμαι.
Τα φτιάχνω κυρίως για μένα.
Για να μπορώ χρόνια μετά να πατήσω play και για λίγα λεπτά να επιστρέψω εκεί.
Το ίδιο και με το blog.
Γράφω για να θυμάμαι.
Και ίσως τελικά αυτό εδώ το κείμενο να είναι ακριβώς αυτό.
Ένας τρόπος να μην αφήσω αυτές τις δύο ημέρες να χαθούν μέσα στις υπόλοιπες.
Το χαμένο mojo
Ξεκίνησα αυτό το ταξίδι αναρωτώμενος αν μου αρέσει ακόμη να ταξιδεύω με μοτοσυκλέτα.
Κάπου στην Αθηνών–Λαμίας ζεσταινόμουν, γκρίνιαζα μέσα από το κράνος, άκουγα τον αέρα, θεωρούσα ότι η μηχανή δεν τραβάει και σκεφτόμουν ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να γυρίσω σπίτι.
Δύο ημέρες αργότερα επέστρεψα κουρασμένος.
Βρώμικος.
Ψημένος από τη ζέστη.
Βρεγμένος κάποια στιγμή από τη βροχή.
Με ελάχιστο ύπνο.
Με περίπου 1.100 χιλιόμετρα περισσότερα στο Bullet.
Και ευτυχισμένος.
Γιατί κάπου ανάμεσα στην Αταλάντη και το Μουζάκι, στον Τύμπανο και την Αργιθέα, στα σκοτεινά τούνελ, στη βροχή της Αμφιλοχίας, στο παγωμένο νερό στο Περιθώρι και στο ηλιοβασίλεμα έξω από τα Γρεβενά…
κάτι ξαναβρήκα.
Αλλά δεν ήταν μόνο ο δρόμος.
Ήταν κι ένας Θανάσης πάνω σε μια Vespa, με τον οποίο μπορέσαμε να ταξιδέψουμε μαζί, να χωρίσουμε όταν χρειάστηκε και να ξαναβρεθούμε την επόμενη ημέρα χωρίς να χρειάζεται καμία εξήγηση.
Ήταν ένας δεύτερος Θανάσης στην Ελάτη και λίγες κουβέντες στη μέση της διαδρομής.
Ήταν ο Τάκης που εμφανίστηκε ξανά μπροστά μου και μαζί του έφερε εικόνες από μια άλλη εποχή της ζωής μου.
Ήταν η Αριστέα.
Και ήταν και ο Γιώργος.
Ένας φίλος από τις αρχές του ’90 που μέσα στα χρόνια έγινε κάτι πολύ περισσότερο από φίλος.
Ένας άνθρωπος με τον οποίο έχουμε περάσει πολλά, με τον οποίο μπορεί να μη βλεπόμαστε όσο συχνά θα θέλαμε, αλλά που όταν καθόμαστε ξανά στο ίδιο τραπέζι ο χρόνος ανάμεσα μοιάζει να εξαφανίζεται.
Ίσως τελικά να μην είχα χάσει ποτέ το mojo μου.
Ίσως απλώς να το είχα αφήσει για λίγο στην άκρη.
Και χρειάστηκαν ένα μικρό μαύρο Bullet, μια Vespa, δύο Θανάσηδες, ένας Τάκης, ένας Γιώργος, μια Αριστέα, περίπου 1.100 χιλιόμετρα και δύο ημέρες δρόμου για να το θυμηθώ.
Γιατί το ταξίδι τελικά δεν ήταν μόνο η Αργιθέα.
Δεν ήταν τα Γρεβενά.
Δεν ήταν οι γέφυρες, τα βουνά ή οι στροφές.
Ήταν οι άνθρωποι.
Ήταν η μοναξιά μέσα στο κράνος.
Ήταν οι σκέψεις.
Ήταν οι στιγμές που μοιράστηκα με φίλους.
Και τελικά ήταν η επιστροφή.
Γιατί ίσως η μεγαλύτερη ελευθερία δεν είναι απλώς να μπορείς να φύγεις.
Είναι να μπορείς να φύγεις,
Να μείνεις για ώρες μόνος μέσα στο κράνος με τις σκέψεις σου,
Να χαθείς για λίγο στους δρόμους,
Να βρεθείς ξανά με ανθρώπους που αποτελούν κομμάτια διαφορετικών εποχών της ζωής σου,
Να ξαναβρείς μέσα από όλα αυτά ένα κομμάτι του εαυτού σου…
και μετά να ξέρεις πού, και κυρίως
σε ποιους, θέλεις να επιστρέψεις.
Έφυγα από το σπίτι ψάχνοντας κάτι που δεν μπορούσα ακριβώς να ονομάσω.
Γύρισα στην οικογένειά μου κουρασμένος, γεμάτος φωτογραφίες, ιστορίες και αναμνήσεις.
Και χαμογελαστός.
Κοίταξα ξανά το μικρό μαύρο «ποδήλατο» παρκαρισμένο έξω από το σπίτι.
Τελικά ο γιος μου είχε δίκιο μόνο στο ένα πράγμα.
Είχα φύγει με το Bullet.
Αυτό που δεν μπορούσε να ξέρει ήταν πόσο μακριά θα με πήγαινε.
Όχι μόνο στον χάρτη.
Το mojo ήταν ακόμη εκεί.