Μικρό αφιέρωμα στα 'Αγραφά

Caesarsk

well know member
Δημοσιεύσεις
3.754
ΒΟΛΤΑ 1η

ΑΓΡΑΦΑ ΞΑΝΑ και ΞΑΝΑ


Έχουν περάσει ήδη 5 χιλιόμετρα από την ώρα που έχω πάρει την άγνωστη παράκαμψη κάπου στα βουνά της Αιτωλοακαρνανίας και ο κακός τσιμεντένιος δρόμος έχει γίνει κακός χωματόδρομος. Ιδρώνω μέσα στο κράνος μου γνωρίζοντας πως επτά αναβάτες σε ισάριθμες μοτοσυκλέτες με ακολουθούσαν και με έβριζαν… την ώρα που εγώ δεν έχω ιδέα που πάω! «Θα ρίξω το φταίξιμο στον Μελά», σκέφτομαι και σηκώνομαι όρθιος στα μαρσπιέ σπινιάροντας στην ανηφόρα.

Δεν ήταν το μόνο χάσιμο που είχα ή είχαμε αυτό το κουτσουρεμένο τριήμερο. Άλλωστε πρόγραμμα δεν είχαμε, μόνο προορισμούς. Επτά άνθρωποι, επτά μοτοσυκλέτες, που για το μόνο πράγμα που πραγματικά νοιαζόμασταν ήταν να περνάμε καλά. Παρόλο που είμαι μοναχικός ταξιδιώτης και βρίσκω την νιρβάνα μου σε παγκάκια στις ερημιές παρέα με τις σκέψεις μου, δεν χάνω ποτέ την ευκαιρία να ταξιδεύω μαζί με αυτή την παρέα. Άνθρωποι τόσο διαφορετικοί στην σκέψη, με διαφορετική προσέγγιση στην ζωή, με τελείως διαφορετικές οδηγικές εμπειρίες, που όμως όταν μαζευόμαστε όχι απλά καταφέρνουμε να συνυπάρχουμε αλλά περνάμε καλά και να διασκεδάζουμε.

Καλά λένε πως μόνο οι βλαμμένοι μπορούν να συνεννοηθούν με τους βλαμμένους. Έτσι και εμείς. Τα πειράγματα να φεύγουν προς κάθε κατεύθυνση και καλά μεταξύ μας σε κάθε ευκαιρία και την ώρα που τελείωνε η οδήγηση της ημέρας, άρχιζαν οι μπίρες. Όπου βρεθήκαμε όλοι κοίταζαν αυτήν την ετερόκλητη παρέα που γελούσε και φώναζε χωρίς να την νοιάζει τίποτα. Δεν κοίταζαν επικριτικά, δεν δυσανασχετούσαν. Μας πλησίασαν, μας κέρασαν, μας έπιασαν την κουβέντα γιατί απλά όλοι τελικά συμπαθούν τους βλαμμένους.

Τα γράφω αυτά τρεις μέρες αφού επέστρεψα στην Αθήνα, σε ένα ξεχασμένο καφενείο στην Κω, που ταξίδεψα για επαγγελματικούς λόγους, και ακόμη δεν έχω καταφέρει να ταξινομήσω τις σκέψεις μου. Το μυαλό μου δεν μπορεί να ξεκολλήσει από τα βουνά. Τα Άγραφα έχουν μια δική τους μαγική δύναμη που σε τραβούν εκεί και θέλουν να σε κρατήσουν εκεί. Μιλώντας με τους υπόλοιπους το ίδιο και εκείνοι. Ο κάθε ένας από εμάς είχε διαφορετική βόλτα στο μυαλό του. Άλλος το πέρασμα του ποταμού, άλλος το σφιχτό ορεινό κομμάτι της διαδρομής, άλλος την δύσκολη ανηφόρα… όλοι τις κοινές μας εικόνες. Αυτές που φτιάξαμε μέσα στο μυαλό μας και δεν σηκώσαμε καμμία κάμερα να τις αποτυπώσει.

Είμαστε οι βλαμμένοι που για μια διαδρομή 240 χιλιομέτρων χρειαζόμαστε 7 ώρες για να χωρέσουμε μέσα όλα όσα θέλουμε να πούμε. Όλα όσα δεν προλαβαίνουμε στις καθημερινές μας συναντήσεις. Επίκεντρο ο άνθρωπος ο αναβάτης και όχι η μοτοσυκλέτα. Η μοτοσυκλέτες είναι το μέσο, το εργαλείο παραγωγής συναισθημάτων στον άνθρωπο. Καταφέραμε να φτάσουμε στον ξενώνα στην Φουρνά περίπου 10 το βράδυ, περνώντας μια απίστευτη διαδρομή από τον Αγ. Γεώργιο στο διάσελο Αν. Κλύτης με το Βελούχι του Όρους Τυμφρηστού στα 1300 μέτρα υψόμετρο για να κατηφορίσουμε μέχρι το χωριό. Χάσαμε μεν την θέα από το παρατηρητήριο του Περίβλεπτους, αλλά σε όλη την διαδρομή της μιας ώρας είχαμε για παρέα τις αμέτρητες πυγολαμπίδες και τους ήχους του δάσους από την άγρια ζωή που ξυπνούσε την νύχτα και σίγουρα δεν θέλαμε να συναντήσουμε μπροστά μας.

Η γριά μου μου είχε βγάλει μια ένδειξη σφάλματος στην Θήβα, αλλά αυτό δεν με πτόησε να συνεχίσω. Άλλωστε στους δρόμους που θα κινούμασταν δεν με ένοιαζε αν δεν δούλευε σωστά το πίσω φανάρι. Αφού τακτοποιηθήκαμε στον Ξενώνα κατηφορίσαμε πεινασμένοι για το χωριό και αφού χορτάσαμε την πείνα μας ήρθε η ώρα να ρωτήσουμε πληροφορίες από τους ντόπιους για την διαδρομή. Σκοπός μας την επόμενη μέρα ήταν να φτάσουμε στην Νεράιδα και από εκεί να μπούμε στον χωματόδρομο που κατηφόριζε μέχρι τον Ταυρωπό, που αναγκαστικά θα περνούσαμε από μέσα, και μετά ανέβασμα μέχρι το πάσο στα Καμάρια και από εκεί στην Νιάλα με τελικό προορισμό τα Άγραφα. Κάποιοι είπαν πολύ δύσκολο, κάποιοι είπαν αδύνατο, ένας μας είπε περνάει… μαντέψτε ποιον πιστέψαμε!

Με έτρωγε να σβήσω από την οθόνη το λαμπάκι που άναβε ενώ ήξερα πως δεν έπρεπε να ακουμπήσω τίποτα. Αν κάτι δουλεύει δεν το πειράζεις. Άσε που ήξερα και τι πρόβλημα είχα και την αντίσταση που χρειαζόμουν δεν την είχα μαζί μου. Ο Κώστας, γιατί ο Κώστας γνωρίζει και όποιος γνωρίζει ξέρει, μου είπε επιτατικά «Μην ακουμπήσεις τίποτα, θα σε βαρέσω». Γυρνώντας από το βραδινό στον ξενώνα περίμενα να κοιμηθεί. Ενώ έβλεπα πως το πρόβλημα είναι στο πίσω φανάρι, σκέφτηκα να δω τον ηλεκτρικό διακόπτη στην μανέτα του μπροστινού φρένου. «Έλα μωρέ λίγο WD40 θα ρίξω τι θα πάθω;», σκέφτηκα ψέκασα λίγο τον διακόπτη και πήγα για ύπνο. Την ίδια ώρα με κάποιο τηλεπαθητικό τρόπο ο Κώστας ένιωσε το ψέκασμα και παραμίλησε στον ύπνο του «Σε γάμησα ψηλέ». Ο Δημήτρης σήκωσε το κεφάλι παραξενεμένος που ο Κώστας τον έλεγε ψηλό, και ξανακοιμήθηκε χωρίς να ξέρει τι συμβαίνει.

Αφού φορτώσαμε τις μοτοσυκλέτες το πρωί, βγάλαμε τις απαραίτητες φωτογραφίες, βάζω μπροστά και η μηχανή είναι σαν χριστουγεννιάτικο δέντρο, λαμπάκια να ανάβουν, άλλα να αναβοσβήνουν…τρομοκρατήθηκα. Λύσιμο ξανά τα πράγματα να βγάλω τα εργαλεία. Οι υπόλοιποι να περιμένουν με τα μπουφάν και τα κράνη και η ζέστη να γίνεται όλο και πιο αισθητή. «Παιδιά, εμένα δεν με παίρνει να έρθω. Γυρίζω Αθήνα» τους λέω και τους χαιρετώ όσο πιο γρήγορα μπορώ Είδα στα μάτια μερικών να ετοιμάζονται να γυρίσουν μαζί μου και δεν ήθελα κανείς άλλος να χαλάσει την βόλτα για την δική μου μαλακία». Ξεκίνησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα αφήνοντας τους πίσω να πάρουν την εκκίνηση τους.
Λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα βρίσκω μια σκιά και σταματώ. Βγάζω εργαλεία και αρχίζω να κοιτάζω τον διακόπτη. Τον καθάρισα, τον φύσηξα και τον έβαλα στην θέση του. Παίρνω τηλέφωνο την γυναίκα μου να της πω πως γυρνάω Αθήνα αλλά δεν μπορούσε να μου μιλήσει και θα με έπαιρνε πίσω. Τελειώνω με το μοντάρισμα και μαζεύω τα εργαλεία. Όλα τα λαμπάκια σβηστά εκτός του προβλήματος στο πίσω φανάρι. Εκείνη την ώρα χτυπάει και το τηλέφωνο και με παίρνει η γυναίκα μου. «Τι έγινε;», μου λέει. Εγώ κοιτάζω αριστερά το Βελούχι και λίγο πιο μακριά την κορυφή στα Άγραφα έχοντας το τηλέφωνο στο αφτί. Δεν μιλώ μόνο νιώθω τα ‘Άγραφα να με καλούν…
 

Caesarsk

well know member
Δημοσιεύσεις
3.754
«Σε πήρα να σου πω πως θα γυρίσω Αθήνα γιατί μου έβγαλε ένα μικρό πρόβλημα η μηχανή, αλλά τελικά κάπως το επιδιόρθωσα. Θα συνεχίσω χωριστά από τους άλλους και θα τους βρω στα Άγραφα τελικά», της απάντησα. Την ένιωσα ανακουφισμένη αφού ήξερε πόσο ήθελα αυτή την βόλτα. «ΟΚ, προσεκτικά όμως» μου λέει και κλείνουμε. Κατηφορίζω προς τον Αγ. Γιώργη και στρίβω δεξιά προς το Καρπενήσι. «Θα πάω Άγραφα από άσφαλτο», σκέφτομαι, «ώστε να γίνει καμία στραβή να μπορεί να έρθει η Οδική να με φορτώσει». Αποφασίζω να βάλω στο GPS προορισμό τα Άγραφα για να δω πόση ώρα και χιλιόμετρα χρειάζομαι. 90 χιλιόμετρα μου λέει το μηχάνημα 4 ώρες. Κανένα red flag δεν χτύπησε μέσα μου. Ξεκίνησα και ακολούθησα τις οδηγίες του.

Φτάνοντας στο Καρπενήσι με βάζει μέσα στο κέντρο, απορώ μεν αλλά και πάλι δεν δίνω σημασία. Με ανεβάζει στον δρόμο προς το χιονοδρομικό και πάλι δεν δίνω σημασία. Μου δείχνει να πάρω τον δρόμο διαγώνια αριστερά, και παρόλο που βλέπω πως είναι χωματόδρομος πάλι δεν δίνω σημασία. Μπαίνω σε ένα δασικό δρόμο που δεξιά μου έχω την κορφή Βελούχι και αριστερά μου χαμηλά την κοίτη ενός ποταμού. Ο δρόμος συνεχίζει έτσι στο διάσελο και βλέπω χωριά χαμηλά μπροστά μου. Έχω διανύσει ήδη 8 χλμ δασικού χωματόδρομου και με οδηγεί μέσα σε ένα ελατόδασος. Στενεύει, μικρά νεροφαγώματος με οδηγούν αυτά αντί να πηγαίνω εγώ εκεί που θέλω, αλλά συνεχίζω. Δεν ξέρω που είμαι, αλλά δεν με νοιάζει. Είμαι μόνος, μέσα σε ένα άγνωστο δάσος, σε ένα ας το πούμε δρόμο, και το μόνο που νιώθω είναι το Κάλεσμα! Μια άγνωστη δύναμη με οδηγεί.

Βγαίνω από το δάσος και βλέπω στο βάθος ένα πέτρινο γεφύρι και ένα χωριό πίσω. Σταματώ στην άκρη του δρόμου και βγάζω κράνος μπουφάν. Αυτό είναι το μέρος που σήμερα θα έχω το μεσημεριανό μου. Αράζω κάτω από ένα δέντρο και βγάζω από το σακίδιο τα απαραίτητα, χαζεύοντας το ποτάμι και την θέα των βουνών. Αυτή είναι η στιγμή που ψάχνει ο ταξιδιώτης για να ανοιγοκλείσει το κλείστρο της φωτογραφικής μηχανής του μυαλό του. Κατηφορίζω ένα στενό κομμάτι γεμάτο φυτευτή πέτρα, περνάω μέσα από το ποτάμι (που τελικά είναι το ίδιο ποτάμι που περνούν και οι άλλοι βορειότερα), και συνεχίζω σε δασικό πλέον χωματόδρομο μέχρι που ξαναβγαίνω σε άσφαλτο πριν το Κερασοχώρι.



Περνώντας τον Νερόμυλο στα Άγραφα, μέσα στο κράνος μου είχα ένα τεράστιο χαμόγελο. «Μ’ αρέσει που θα πήγαινες από άσφαλτο για ασφάλεια», σκέφτομαι. Ταυτόχρονα όμως έχω και μια αίσθηση ανικανοποίητου. «Θα ανέβω στα Καμάρια να βρω τους άλλους», σκέφτομαι. Μπαίνοντας όμως στο χωριό οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν. Είναι ήδη 16:00 και έχω κάνει 40 χιλιόμετρα χωματόδρομου με 6-7 πολύ δύσκολο. Παρκάρω την μηχανή στον ξενώνα και αποφασίζω να περιμένω τους άλλους στην βεράντα.

Την ίδια ώρα οι υπόλοιποι περνούν μέσα από τον Ταυρωπό, και η συνέχεια θα είναι όπως ακριβώς μου το περιέγραψαν στην πρώτη μπίρα που ήπιαμε πριν ξεκαβαλήσουν τις μοτοσυκλέτες με σειρά εμφανίσεως

Χρήστος: Μαλάκα ήταν σούπερ…ένα κατέβασμα πολύ δυσκο γκλουγκλου… έπεσα μέσα στο ποτάμι γκεηφηεροοδφησδηφφοππ

Κώστας: Βούλιαξα ρε μέσα στο ποτάμι και δεν μπορούσα να βγώ…. Και γκλουγκλου….ανηφόρα…κροκαλά και γφφεθηφεψνξδνφσδκξφκσφξ

Δημήτρης: κόλλησα πίσω από τον μαλάκα…τον τράβαγα από το σακίδιο να μην πνιγεί… ύστερα μπρααααππππ γγεριεθιθερρενφ ωδδφε

Δημήτρης: Στην κατηφορά τα είδα όλα… μια χαρά βγήκε… λίγο στην ανηφόρα κόλλησα. Εκεί πετάγεται ο Κώστας, μαλακα με έχτισες που είχε κολλήσει το μπροστινό και γηκφηφρφρφριι

Θοδωρής: Δεν μίλαγε. Μόνο καθόταν ως άλλος Rainman και κοιτούσε χαμογελώντας το βουνό ενώ η μπότα του από κάτω είχε ανοίξει τελείως και δυο δάχτυλα ήταν έξω από την μπότα

Τάσος: Πήρατε για εμένα μπίρα;

Η βραδιά κύλησε σε μια γενική ευδαιμονία σκεφτόμενοι πως τα δύσκολα είναι πίσω μας. Πρωινό στην βεράντα και σχεδιασμός της ημέρας. Αποφασίσαμε να πάμε από Προυσό και Θέρμο για φαγητό και από εκεί να γυρίσουμε παραλιακά από Γαλαξίδι πίσω στην Αθήνα. Έχω βρει γιατί το GPS την προηγούμενη μέρα με πήγε σε κάθε χωματόδρομο που βρήκε, αφού η ρύθμιση ήταν στο “Adventure mode” για να μου βγάλει την διαδρομή που τελικά έκαναν οι υπόλοιποι, και σκεφτόμουν ότι πρέπει να το αλλάξω. Πιάσαμε να ρυθμίσουμε τιμόνια, να δέσουμε τα πράγματα στις μοτοσυκλέτες και με το μόνο που δεν ασχολήθηκα ήταν αυτό… Κοιτάζουμε μπροστά και βλέπουμε ένα R100 δικάβαλο να σταματάει μπροστά μας. Κατεβαίνουν και ήταν άλλος ένας ταξιδιώτης με την κόρη του που έκαναν tour τα βουνά. Ο Θοδωρής, όπως και αυτόν τον έλεγαν, φαινόταν στο βλέμμα του πως είχε και αυτός την πετριά του, όπως εμείς. Κουβέντα στην κουβέντα και μια που πήγαινε και αυτός προς Θέρμο, τον καλούμε να κάνει την διαδρομή μαζί μας. Που να ήξερε που έμπλεκε ο άνθρωπος.

Βγάλαμε την διαδρομή μέχρι την γέφυρα της επισκοπής πολύ χαλαρά. Εγώ πήγαινα παντού με 40 ως 50 χιλιόμετρα την ώρα. Δεν κοίταζα το κοντέρ αλλά έτσι έγραφαν οι ταμπέλες στην άκρη του δρόμου, οπότε τόσο θα πήγαινα. Σταματήσαμε στο κιόσκι που έχει την λίμνη από κάτω μας πιάτο και εκεί ο νέος Θοδωρής κατάλαβε ότι έμπλεξε με πραγματικά βλαμμένους! Κοιτάζω για μια στιγμή την διαδρομή στο κινητό μου, γιατί ως γνωστό δεν χρειαζόμαστε να βλέπουμε την διαδρομή την ξέρουμε. Βλέπω πως μετά την γέφυρα ο δρόμος για τα Φιδάκια πάει αριστερά. Κλείνω το κινητό και ντύνομαι να ξεκινήσουμε… Έλα που όμως αν κοίταζα καλύτερα θα έβλεπα πως για να πάω αριστερά δεν έπρεπε να ψάχνω δρόμο αριστερά αλλά αμέσως μετά την γέφυρα έπρεπε να κάνω δεξιά να περάσω κάτω από την γέφυρα και να φύγω αριστερά πάνω.



Την ώρα που περάσαμε τον Αγ. Βλάσση ήξερα πως είχαμε χαθεί. Όχι χαθεί-χαθεί αλλά δεν ήμασταν στην διαδρομή που θέλαμε. Φτάνοντας στην κορφή του βουνού βλέπω μια διασταύρωση αριστερά προς Πεντάκορφο. «Αυτό είναι» σκέφτηκα. «Θα πάω από εδώ και θα κόψω το βουνό στην μέση» έτσι θα βγούμε ακριβώς στον Προυσό». Στρίβω αριστερά και όλοι με ακολουθούν πιστεύοντας πως ξέρω που πάω. Ανοίγω το GPS στην μηχανή για ασφάλεια και μου δείχνει ότι πάει…

Έχουν περάσει ήδη 5 χιλιόμετρα από την ώρα που έχω πάρει την άγνωστη παράκαμψη κάπου στα βουνά της Αιτωλοακαρνανίας και ο κακός τσιμεντένιος δρόμος έχει γίνει κακός χωματόδρομος. Ιδρώνω μέσα στο κράνος μου γνωρίζοντας πως επτά αναβάτες σε ισάριθμες μοτοσυκλέτες με ακολουθούσαν και με έβριζαν… την ώρα που εγώ δεν έχω ιδέα που πάω! Απλά ακολουθώ το GPS. Σε κάποια φάση ο δρόμος τελειώνει σε μια εκκλησία πρ. Ηλία. «Σίγουρα είμαστε σε κορφή», σκέφτομαι και χαμογελώ με το αστείο μου χωρίς να με δουν οι υπόλοιποι. Στάση στην εκκλησία και επαναπρογραμματισμός. Αποφασίζουμε να μην συνεχίσουμε στην χωμάτινη που έδειχνε το μηχάνημα και δυσκόλευε πραγματικά πολύ και να βρούμε εναλλακτική. Είχαμε δει και μια μικρή ταμπέλα που έγραφε «Αγρίνιο» λίγα χιλιόμετρα πιο πριν, οπότε συνεχίζουμε από εκεί.

Έχει περάσει πάνω από μια ώρα που γυρνάμε σε άγνωστα ορεινά χωριά της Αιτωλοακαρνανίας, αφού βγήκαμε σε αδιέξοδα, σε αυλές σπιτιών, ανάμεσα σε κότες και πρόβατα, αφού ανακαλύψαμε νέες βρισιές που δεν πιστεύαμε πως υπάρχουν. Το GPS με στέλνει σε κάθε χωματόδρομο που συναντάμε μπροστά μας, ενώ ο προσανατολισμός μου μου λέει να συνεχίσουμε αντίθετα. Και τότε θυμάμαι ότι δεν το ρύθμισα στο κανονικό mode. «Δεν πειράζει», σκέφτομαι, «Θα τα ρίξω στον Μελά».
Βγαίνοντας στον δρόμο ο νέος Θοδωρής μας λέει πως πάει μπροστά για να βρει βενζίνη και θα τα πούμε στο Θέρμο. Εμείς κάνουμε μια ανασυγκρότηση και βρισκόμαστε ακριβώς εκεί που δεν θέλαμε. 15:00 έξω από το Αγρίνιο, με 52 - 62 βαθμούς Κελσίου, να νιώθουμε τις καυτές ανάσες των δαιμόνων της κόλασης να μας γλείφουν, και να λιώνουμε σε ένα βενζινάδικο. Εκεί σε αυτή την στιγμή απόγνωσης παίρνεται η απόφαση να μην πάμε Θέρμο. Δεν έχουμε τηλέφωνα του Θοδωρή να τον ειδοποιήσουμε αλλά κάπου μέσα μας πιστεύουμε πως θα νιώθει τυχερός που γλίτωσε από εμάς.

Ο ήλιος στην πλάτη μας καίει, είμαστε κουρασμένοι, πεινασμένοι, διψασμένοι και ο στόχος μας είναι να φτάσουμε στο Γαλαξίδι για στάση. Κρατάμε με το ζόρι το γκάζι ανοιχτό μετρώντας αντίστροφα τα χιλιόμετρα και βρίζοντας όλοι μέσα από το κράνος μας αυτόν που μας έκανε κύκλους μέσα στα βουνά. Πραγματικά αφού φάγαμε και ήπιαμε στο λιμάνι στο Γαλαξίδι δεν ξέρω με τι κουράγιο ντυθήκαμε να συνεχίσουμε την πορεία μας για τα σπίτια μας. Είχε πέσει ήδη η ιδέα να διανυκτερεύσουμε στο Γαλαξίδι αλλά την απορρίψαμε όλοι με κρύα καρδιά.
Συνήθως η επιστροφή είναι ένα κομμάτι διαδικαστικό απλά για να βρεθείς από το σημείο Α στο σημείο Β. Για εμάς ήταν μια τελείως διαφορετική διαδικασία. Έπρεπε να το πάμε μέχρι τέλους. Αφού περάσαμε από την πυρκαγιά που έκαιγε έξω από το Δίστομο τελευταία (σίγουρα τελευταία;) μια στάση πριν τον Αλίαρτο. Και εκεί που αναπληρώνουμε τα υγρά που χάσαμε όλη την μέρα… Μπροστά μας ο Θοδωρής. Δεν ξέρω αν τελικά χάρηκε που μας συνάντησε ξανά, αλλά ευγενικός ήταν ο άνθρωπος, σταμάτησε. Μας μέτρησε αν ήμασταν όλοι εκεί, ανταλλάξαμε τηλέφωνα (με το ζόρι μας το έδωσε) και συνέχισε την πορεία του.

Λίγες ώρες αργότερα, άλλοι ξαπλωμένοι στην άνεση του καναπέ τους, άλλοι για μια τελευταία μπίρα, λες και ήμασταν συνεννοημένοι στέλνουμε στην ομαδική

ΠΟΤΕ Η ΕΠΟΜΕΝΗ;
 

Caesarsk

well know member
Δημοσιεύσεις
3.754
ΒΟΛΤΑ 2η

ΑΠΟ ΤΟ ΓΑΡΔΙΚΙ ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ (χειμώνα)



Είναι Τρίτη πρωί, το δεύτερο πρωινό ξύπνημα από την τελευταία βόλτα, και ακόμη δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, ούτε στην δουλειά, ούτε στο σπίτι. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου και τις αναμνήσεις μου από ένα τριήμερο γεμάτο εικόνες και στιγμές. Από μια βόλτα σε ένα μέρος που ούτε η πρώτη φορά που πάω είναι, αλλά σίγουρα όχι η τελευταία. Βλέπεις υπάρχουν κάποια μέρη που σε κάνουν να θέλεις να γυρίζεις σε αυτά. Θέλεις οι άνθρωποι, θέλεις τα τοπία, θέλεις η αγριάδα του τόπου; Πάντως στα Άγραφα γυρνάς και ξαναγυρνάς συνεχώς και κάθε φορά ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο. Κάθε φορά χάνεσαι στις αγκαλιές των φιλόξενων κατοίκων του.









Για πρώτη φορά στην ιστορία των "Ανώριμων" είχαμε αρχίσει να προγραμματίζουμε την βόλτα μερικές εβδομάδες νωρίτερα. Οι πινέζες και οι χάρτες πήγαιναν και έρχονταν και οι ιδέες έπεφταν στο τραπέζι συνεχώς. Όλα αυτά βέβαια διανθισμένα από μπόλικα βρισίδια μεταξύ μας, γέλια, πειράγματα και αλκοόλ. Όσο οι μέρες πλησίαζαν τόσο περισσότερο η βλακεία μας έβγαινε στην επιφάνεια... ήταν ο τρόπος να ξορκίσουμε την αναμονή των εβδομάδων για αυτή την βόλτα. Την τελευταία εβδομάδα δυστυχώς κάποιες αρρώστιες, κάποιες έκτακτες οικογενειακές υποχρεώσεις, μια βλάβη μας άφησαν μόνο τρεις. Εγώ, ο Χρήστος aka Ταχυδρομικό Περιστέρι και ο Δημήτρης aka Κινέζος aka Nǐ yǒu wǔ fēnzhōng de shíjiān tánlùn kē wéi.







Ο αρχικός προγραμματισμός ήταν να φτάσουμε Παρασκευή απόγευμα στο Γαρδίκι. Από εκεί θα ανεβαίναμε χωμάτινα στην Σαράνταινα και θα περνούσαμε το πάσο στο διάσελο για τα Κοκκάλια. Θα κατηφορίζαμε προς το μνημείο μάχης των Γαλατών και θα βγαίναμε στην άσφαλτο λίγο πριν τον Αγ. Νικόλαο. Η συνέχεια θα ήταν Βελούχι με κατεύθυνση την Δάφνη στην γέφυρα του Μέγδοβα από όπου θα μπαίναμε ξανά σε χωμάτινη διαδρομή ανηφορίζοντας πρώτα προς Μαυρομάττα και από εκεί θα μπαίναμε στο δάσος των Αγράφων με προορισμό τα Καμάρια και την Νιάλα. Θα περνούσαμε την Πλάκα και από εκεί ασφάλτινα θα κατηφορίζαμε για λίμνη Πλαστήρα και Πύλη όπως θα γινόταν η δεύτερη διανυκτέρευση.







Όταν όμως εμείς κάνουμε σχέδια, τίποτα δεν γίνεται ακριβώς όπως το σχεδιάσαμε. Την Παρασκευή ξεκινήσαμε μέσα σε έντονη βροχή, όπου λίγο πριν το Γαρδίκι μετατράπηκε σε καταιγίδα και πυκνή ομίχλη. Συζητώντας με τους ντόπιους αποφασίζουμε πως είναι μεγάλο το ρίσκο να ανεβούμε στα Κοκκάλια το πρωί. Όχι λόγω βροχής αφού ο καιρός μας έδινε βελτίωση, αλλά λόγω ομίχλης. Ο χωματόδρομος από μόνος τους δεν είναι ιδιαίτερα ορατός, αν βάλεις και την ομίχλη ήταν σχεδόν δεδομένο πως θα χαθούμε στην καλύτερη περίπτωση ή θα βρεθούμε σε κανέναν γκρεμό. Έτσι το πρωί πιο χαλαροί ξεκινήσαμε την εναλλακτική προς Πουγκάκια μέσα σε δυνατή βροχή και κρύο. Κάπου εκεί καταλήξαμε σε μια διασταύρωση, μέσα στην ομίχλη, όπου "τσακωνόμασταν" προς τα που ήταν ο Βορράς. Ναι σωστά χαθήκαμε και πάλι, παρόλο που είχαμε GPS, χάρτες, οδηγίες από τους ντόπιους και ένα σημείωμα πάνω σε ένα πακέτο Καρέλια που μου είχε φτιάξει ένας παππούς στο καφενείο το προηγούμενο βράδυ για το που θα στρίψουμε σε κάθε διασταύρωση. Η κατάληξη μας ήταν ο Άγιος Νικόλαος που μας περίμενε με ανυπομονησία ο Γιώργος στον Ξενώνα Λίθο.











Αφού ήπιαμε τα ζεστά μας και στεγνώσαμε τα ρούχα βγάλαμε απόφαση να συνεχίσουμε ασφάλτινα προς τα Άγραφα. Αφήσαμε στην άκρη την Πύλη και είπαμε να ακούσουμε όλες τις προτροπές και να μην ρισκάρουμε. Άλλωστε εκείνη την ώρα στο Βελούχι χιόνιζε και αυτό από μόνο του μας έκανε να κρατηθούμε. Αφού χαθήκαμε 2-3 φορές (για το καλό μην νομίζετε), περνώντας την ράχη Μπαγασάκι είχαμε παγώσει από το κρύο και από εκεί, λες και ήταν άλλη χώρα, άλλο μέρος, άλλος θεός... στεγνοί δρόμοι και ζέστη. Την ώρα που περάσαμε το Χάνι του Μέγδοβα ήταν λες και δεν είχε βρέξει ποτέ! Η υπόλοιπη διαδρομή μέχρι τα Άγραφα ήταν ένα συνεχές παιχνίδι κυνήγι απολαμβάνοντας την ολόφρεσκη άσφαλτο μέχρι τον Νερόμυλο. Η Πόπη μας περίμενε με αναμμένο τζάκι και ζεστό δωμάτιο.









Όλη η συζήτηση το βράδυ στο τραπέζι ήταν για το πρόγραμμα της επόμενης μέρας. Έπεσε μια ιδέα να κάνουμε ένα γύρο τα μισοερειπωμένα χωριά των Αγράφων, αλλά τίποτα οριστικό. Εγώ δεν ένιωθα και πολύ καλά, μάλλον την είχα αρπάξει από το κρύο και έτσι πολύ νωρίς το βράδυ έφυγα για να ξαπλώσω, πράγμα που αποδείχθηκε σωτήριο. Έτσι το πρωί μας βρήκε να φορτώνουμε τις μηχανές, φορώντας κοντομάνικα. Τα αδιάβροχα κρύφτηκαν στα σακίδια μας, και όλα μέσα στο μυαλό μας άλλαξαν. Ξεκινήσαμε χωρίς να συζητήσουμε τίποτα με κατεύθυνση την κορυφή του βουνού. Δεν μας ένοιαζε αν είχε λάσπη, αν είχε ζώα, αν είχε κλειστούς δρόμους με συρματόπλεγμα. Το μόνο που θέλαμε ήταν να αποτίσουμε φόρο στην "Βόλτα" με την πινέζα μας.









Φτάνοντας στα Καμάρια οι μοτοσυκλέτες έσβησαν, και μείναμε να θαυμάζουμε το μεγαλείο των ψηλών βούνων μέσα στην απόλυτη ησυχία της ερημιάς του τόπου. Αυτή ήταν η στιγμή μας, αυτό που ψάχναμε εβδομάδες. Την σωματική απομόνωση μας για να ενωθούμε πνευματικά με το βουνό. Μετά από λίγα λεπτά κοιταχτήκαμε και όλοι ήμασταν με το χαμόγελο της ολοκλήρωσης. Βρήκαμε τον Βορρά μας. Σκάσαμε όλοι μαζί σε ένα γέλιο χαράς, βγάζοντας κραυγές γιατί καταφέραμε να αδειάσουμε τον κάδο των σκουπιδιών του μυαλού μας.







Συνεχίσαμε Νότια κινούμενοι στην κορυφογραμμή, με κατεύθυνση την Μαυρομάττα. Μπήκαμε στο ελατοδάσος των Αγράφων και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε μέχρι που είδαμε τον καπνό από τις καμινάδες της Δάφνης. Η στάση στο καφενείο στην πλατεία απαραίτητη μήπως και καταφέρουμε να μαζέψουμε τα μυαλά μας! Και ενώ η συνέχεια ουσιαστικά ήταν απλά διαδικαστική να γυρίσουμε σπίτια μας (είχε πάει ήδη 15:00) αποφασίζουμε να κινηθούμε από εναλλακτικό επαρχιακό δρόμο που μας πέρασε πάλι πάνω από τον Μέγδοβα και ανηφόρισε μέχρι το διάσελο του Βελουχίου, μέσα από ξεχασμένα χωριά για να μας βγάλει στο πολύβουο Καρπενήσι.







Η διαδρομή για την Αθήνα συνεχίστηκε με πολύ κίνηση, αφού όλοι γυρνούσαν από γνωστούς χειμερινούς προορισμούς και ταβέρνες με γεμάτα στομάχια από τοπικά εδέσματα. Εκτός του πρωινού δεν είχαμε φάει όλη την μέρα. Δεν είχαμε σταματήσει σε κανένα καφέ-bistro, δεν είχαμε παρκάρει τις μηχανές πουθενά όμορφα να τις βλέπουμε και να τις βλέπουν. Δεν είχαμε δει κόσμο. Ήμασταν τρεις τύποι, λασπωμένοι, κουρασμένοι, πεινασμένοι, με τις μηχανές βρόμικες και ταλαιπωρημένες, που μέσα στα κράνη μας χαμογελούσαμε χαζά γιατί ήμασταν γεμάτοι. Αγνοήσαμε την τρομοκρατία των μετεωρολόγων, τις προτροπές από γνωστούς και δικούς μας ανθρώπους. Βγήκαμε στον δρόμο με προσοχή, γιατί δεν είμαστε και τίποτα αυτοκτονικοί τύποι, και σεβόμαστε αυτούς που μας περιμένουν πίσω. Είδαμε τις συνθήκες και πράξαμε σύμφωνα με τις ικανότητες μας. Γιατί αυτό ζητούσε η ψυχή μας. Την βόλτα, την παρέα, το χάσιμο... ζητούσε την "Ανωριμότητα" που όλοι έχουμε κρυμμένη στο βάθος του μυαλού μας και έχει ανάγκη να βγαίνει έξω!







Γιατί τελικά τι είναι η βόλτα; Είναι τα χιλιόμετρα που έχεις κάνει; Είναι μήπως τα μέρη που πήγες; Η βόλτα είναι είναι ένα σύνολο εμπειριών, συναισθημάτων και αναμνήσεων. Η βόλτα, όπως λέει και ο φίλος μου ο Νάκος, δεν καθορίζεται από το μέσον αλλά από τους ανθρώπους. Η παρέα είναι η βόλτα. Η παρέα που συνειδητά επέλεξες. Η παρέα μπορεί να είναι δυο άνθρωποι, μπορεί να είναι μόνο εσύ και ο εαυτός σου. Διότι μέσα στο σύνολο των εμπειριών μπαίνουν όλες αυτές οι σκέψεις που κάνεις μέσα στο κράνος σου. Διότι όπως λέει ο Σιδεράκης ο δρόμος σε κάνει ταπεινό. Ταπεινό γιατί μέσα στο κράνος σου μαθαίνεις ποιος είσαι. Αυτές οι συζητήσεις με τον εαυτό σου, βγάζουν στην επιφάνεια τις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού σου. Η βόλτα είναι ο ψυχολόγος σου, το εργαλείο που θα σε κάνει να γελάσεις, να ξεχαστείς, να αναζητήσεις, να βγεις έξω από την συνήθεια σου. Δεν την κάνεις με τον κάθε τυχαίο αυτή την διαδικασία...
 

Caesarsk

well know member
Δημοσιεύσεις
3.754
ΒΟΛΤΑ 3η

ΣΤΑ ΙΔΙΑ ΜΕΡΗ ΤΑΞΙΔΕΥΤΕΣ



ΑΓΡΑΦΑ; ΑΓΡΑΦΑ!

-Πάλι Άγραφα ρε συ;
-Έχεις πάει;
-'Οχι
-Τότε δεν ξέρεις.

Τα Άγραφα δεν είναι τα σπίτια του, οι δρόμοι του οι πέτρες. Είναι μια ιδέα που την δημιουργούν άνθρωποι. Δεν είναι οι στροφές, οι δρόμοι και τα δάση. Είναι η ζεστασιά της ψυχής, και το μοίρασμα. Είναι το νοιάξιμο και η συντροφικότητα. Είναι το αυθόρμητο γέλιο που βγαίνει αβίαστα στην ερημιά. Τα Άγραφα είναι στάση ζωής. Όταν βρίσκεσαι στις κορυφές τους και κοιτάζεις το μεγαλείο των βουνών τριγύρω σου, καταλαβαίνεις την ασημαντότητα σου και τότε κοιτάζεις δίπλα τους συντρόφους σου.

Βλέπεις ένα ηλιοβασίλεμα και μέσα σε αυτό βρίσκονται όλα τα ηλιοβασιλέματα που έχεις δει. Νιώθεις τον χρόνο που έχει κυλήσει πάνω σου, και όλους όσους πέρασαν δίπλα σου. Νιώθεις να σε αγγίζουν άνθρωποι που θα ήθελες να είναι εκεί μαζί σου και χύνεις μια γουλιά από το ποτό σου στο χώμα για αυτούς. Θυμάσαι ανθρώπους που δεν είναι στην ζωή σου πλέον και συμπονάς στην σκέψη ότι δεν το βλέπουν.

Στα Άγραφα κάθεσαι με τον ντόπιο και μοιράζεστε σκέψεις από διαφορετικές ζωές, μοιράζεστε τα τελευταία τσιγάρα. Σου δίνει από το φαγητό του και τον κερνάς καφέ... Κερνάτε ο ένας στον άλλον χαμόγελα, με τα ματιά, αυτά τα αυθεντικά τα ειλικρινή τα χαμόγελα της ψυχής. Αυτός γιατί ξέρει, αφού ζει εκεί το πόσο μικρός είναι μέσα στο σύμπαν και εσύ γιατι μόλις το κατάλαβες. Τα Άγραφα σε κάνουν ταπεινό!

Βρίσκεσαι σε μια διασταύρωση και ενώ ξέρεις πως πρέπει να πας δεξιά, εσύ πας εσκεμμένα αριστερά. Δεν ξέρεις αν βγαίνει κάπου άλλα εσύ απλά πηγαίνεις για να καταλήξεις σε ένα ξέφωτο του δάσους, σε μια άλλη κορυφή ή απλά σε ένα αδιέξοδο. Κάθεσαι στο χώμα και δεν σκέφτεσαι πόσο ταλαιπωρήθηκες για να φτάσεις εκεί ούτε και πόσο θα χρειαστείς για να γυρίσεις πίσω. Γιατί τα Άγραφα δεν είναι ποσοτικά αλλά ποιοτικά. Η μόνη σκέψη που έχεις είναι "Ρε πόσο ωραία είναι εδώ".
Είσαι ιδρωμένος, κουρασμένος, ταλαιπωρημένος, πεινασμένος και βγάζεις το κράνος σου, κοιτάς τον συντρόφους σου και γελάτε από ευτυχία. Μια ευτυχία, ανόθευτη, βασικών συναισθημάτων όπως αυτά που είχες σαν παιδί. Θυμάσαι; Θυμάσαι που ήσουν χαρούμενος με μια αγκαλιά, με ένα κέρασμα, με έναν καινούργιο φίλο;

Συζητούσα χτες το βράδυ αφού γύρισα με ένα φιλικό ζευγάρι για τα ταξίδια και τις βόλτες. Με ρωτούσαν γεμάτοι απορία για πράγματα και τόπους. Με ρωτούσαν πως βγάζω μια διαδρομή, πως αποφασίζω να πάω σε ένα τόπο. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν που βρίσκω αυτή την σπίθα να ξεκινήσω για κάπου άγνωστα, και με τι κουράγιο ξαναπάω στα ίδια μέρη. Δεν περίμενα να καταλάβουν, δεν ήθελα να καταλάβουν. Γιατί ο καθένας βρίσκει τον δρόμο του σύμφωνα με την εσωτερική του πυξίδα.Αυτό δεν είναι άλλο ένα ταξιδιωτικό πήγαμε εκεί, είδαμε αυτά, ακολουθήσαμε αυτή την διαδρομή, μείναμε εκεί, ξοδέψαμε τόσα για φαγητό, κάψαμε τόση βένζινη. Γιατί έτσι έχουν καταντήσει τα ταξιδιωτικά. Λίστες για ψώνια ή μάλλον απλή καταγραφή εσόδων εξόδων. Στο κυνήγι του του λεπτού για να φτάσουμε σε ένα προορισμό και του σεντ για να μας βγει ο προϋπολογισμός, ξεχνάμε τον βασικότερο λόγο που ταξιδεύουμε... τα συναισθήματα.

Είμαι σήμερα στην κίνηση της Αθήνας, κοιτάζω τριγύρω μου και βλέπω στα αυτοκίνητα φάτσες που δεν γελούν. Βλέπω ανθρώπους στα πεζοδρόμια να περπατούν γρήγορα, αγχωμένα να φτάσουν στον προορισμό τους. Βλέπω ανθρώπους χωρίς ευτυχία μέσα τους, και λογικό όταν τα προβλήματα της καθημερινότητας σου έχουν γεμίσει το μυαλό... και είμαι εγώ που μέσα στο κράνος μου χαμογελώ, γιατί μπορεί να γύρισα αλλά το μυαλό μου είναι ακόμη εκεί πάνω...και λίγο στο επόμενο που με χωρίζουν λίγες εβδομάδες.

1784185298781.png
 
Top Bottom